συνιδιοκτήτης


συνιδιοκτήτης
ο, θηλ. συνιδιοκτήτρια, η, Ν
αυτός που έχει τη συγκυριότητα ενός πράγματος, συγκύριος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν-* + ιδιοκτήτης. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • συνιδιοκτήτης — ο θηλ. συνιδιοκτήτρια αυτός που είναι μαζί με άλλον ιδιοκτήτης κάποιου πράγματος: Είναι με τον αδελφό του συνιδιοκτήτες αυτού του οικοπέδου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρτσινέβελος — ο συνιδιοκτήτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. parcenevole] …   Dictionary of Greek

  • συγγεούχος — ὁ, Α συνιδιοκτήτης κτημάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + γεοῦχος «κτηματίας» (< γέα / γῆ + οῦχος*)] …   Dictionary of Greek

  • συγκύριος — ο, Ν [κύριος] αυτός που μετέχει στην κυριότητα ενός πράγματος από κοινού με άλλον, συνιδιοκτήτης …   Dictionary of Greek

  • συμμέτοχος — η, ο / συμμέτοχος, ον, ΝΑ [συμμετέχω] αυτός που μετέχει σε κάτι από κοινού με άλλον ή άλλους νεοελλ. αυτός που συμπράττει με κάποιον, συνεργός («συμμέτοχος στο έγκλημα») αρχ. το αρσ. ως ουσ. ὁ συμμέτοχος ο συνιδιοκτήτης …   Dictionary of Greek

  • συμπλοιοκτήτης — ο, θηλ. συμπλοιοκτήτρια Ν [πλοιοκτήτης] ο συνιδιοκτήτης ενός πλοίου …   Dictionary of Greek

  • συνιδιοκτησία — η, Ν συγκυριότητα, το να είναι κανείς ιδιοκτήτης ενός πράγματος από κοινού με άλλον ή με άλλους. [ΕΤΥΜΟΛ. < συνιδιοκτήτης. Η λ. μαρτυρείται απο το 1888 στην εφημερίδα Εφημερίς] …   Dictionary of Greek

  • συνναύκληρος — ὁ, Α [ναύκληρος] συνιδιοκτήτης πλοίου …   Dictionary of Greek

  • Ζάκας — I Επώνυμο οικογένειας εθνικών αγωνιστών του 1821, από την Ύδρα. 1. Δημήτριος (; – 1795). Έλαβε μέρος ως πλοίαρχος πολεμικού σκάφους σε 17 επιχειρήσεις. 2. Ιωάννης. Ήταν συνιδιοκτήτης με τους Κουντουριώτηδες του εμπορικού πλοίου Αχιλλεύς και… …   Dictionary of Greek

  • Ζαφείρης — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Αναγνώστης. Καταγόταν από το Άργος. Τραυματίστηκε στο Χαϊδάρι στις 8 Αυγούστου του 1826 και σκοτώθηκε το 1827 πολεμώντας στον Ανάλατο του Φαλήρου. 2. Αναστάσιος. Καταγόταν από τη Μονεμβασιά και ονομάστηκε Ρεχέμης… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.